Όταν μια επιχείρηση βλέπει τον τζίρο της να βαλτώνει, η πρώτη της αντίδραση θυμίζει ζευγάρι που αντί να πάει σε σύμβουλο γάμου, αποφασίζει να αλλάξει τις κουρτίνες στο σαλόνι.
Κάπως έτσι ξεκινάει το 80% των «rebrands» στην αγορά: μια σύσκεψη της Δευτέρας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι φταίει η γραμματοσειρά που «δείχνει παλιά», ότι το μπλε πρέπει να γίνει φιστικί και ότι ένα πιο μίνιμαλ εικονίδιο θα φέρει ξαφνικά ουρές έξω από την πόρτα. Δύο μήνες και μερικές χιλιάδες ευρώ αργότερα, οι νέες κάρτες τυπώνονται, το Instagram αλλάζει εικόνα προφίλ και μετά… απόλυτη ησυχία. Το ταμείο εξακολουθεί να γράφει τα ίδια νούμερα, απλώς τώρα το κάνει με καλύτερη τυπογραφία.
Το ακριβότερο μακιγιάζ της αγοράς
Υπάρχει μια θεμελιώδης παρεξήγηση ανάμεσα στο «έχω λογότυπο» και στο «έχω brand». Το λογότυπο είναι η τελεία στο τέλος μιας πρότασης· αν δεν έχεις γράψει πρώτα την πρόταση, η τελεία από μόνη της δεν σημαίνει απολύτως τίποτα.
Το να κρεμάς μια γυαλιστερή, μοντέρνα ταμπέλα πάνω σε μια επιχείρηση που δεν ξέρει σε ποιον απευθύνεται, γιατί υπάρχει και τι την κάνει διαφορετική από τον ανταγωνιστή της γωνίας, είναι απλώς αισθητική συγκάλυψη. Ο καταναλωτής μπορεί να εντυπωσιαστεί για τρία δευτερόλεπτα από το ωραίο περιτύλιγμα, αλλά αν η εμπειρία μέσα στο κατάστημα, η εξυπηρέτηση στο τηλέφωνο ή η πλοήγηση στο e-shop παραμένουν στη δεκαετία του ’90, η απογοήτευση είναι διπλή.
Ένα επιφανειακό rebrand χωρίς στρατηγική βάση δεν λύνει το πρόβλημα. Απλώς κάνει τις αδυναμίες σου πιο ευκρινείς.

Η επιδημία του «ευγενικού μπεζ»
Στο εξωτερικό το ονόμασαν Blanding (από το brand και το bland, που σημαίνει άνοστο). Είναι η παγκόσμια τάση όπου επιχειρήσεις από εντελώς διαφορετικούς κλάδους —από οίκους μόδας και tech startups μέχρι φούρνους και οδοντιατρεία— καταλήγουν να χρησιμοποιούν την ίδια ακριβώς γεωμετρική γραμματοσειρά, τις ίδιες γήινες αποχρώσεις και το ίδιο «ασφαλές», αποστειρωμένο ύφος.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: ο φόβος.
Το να αποκτήσεις πραγματική φωνή απαιτεί θάρρος. Σημαίνει ότι παίρνεις θέση, ότι έχεις χιούμορ ή αυστηρότητα, ότι διαλέγεις ποιους πελάτες θέλεις και ποιους είσαι διατεθειμένος να αφήσεις στους άλλους. Όταν μια επιχείρηση φοβάται να δυσαρεστήσει έστω και έναν, επιλέγει την οδό της απόλυτης ουδετερότητας. Μόνο που στην οικονομία της προσοχής, το «δεν ενοχλώ κανέναν» μεταφράζεται αυτόματα σε «δεν αφορώ κανέναν».

Πώς χτίζεται η ταυτότητα που πουλάει
Όταν αναλαμβάνουμε ένα rebrand από το μηδέν, το σχεδιαστικό πρόγραμμα είναι το τελευταίο πράγμα που ανοίγει. Πριν τραβηχτεί η πρώτη γραμμή στο χαρτί, πρέπει να έχουν απαντηθεί τρία ερωτήματα που καθορίζουν την εμπορική επιβίωση:
Η Ιστορία πίσω από το Όνομα (Naming & Positioning): Ποια είναι η υπόσχεση που δίνεις στον πελάτη πριν καν δοκιμάσει το προϊόν σου και πώς «κλειδώνει» στο μυαλό του με μία μόνο λέξη;
Η Φωνή του Brand (Tone of Voice): Αν το μαγαζί σου έμπαινε σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο, πώς θα μιλούσε; Θα ψιθύριζε με κύρος, θα έλεγε την αλήθεια κατάμουτρα ή θα επαναλάμβανε κλισέ περί «ποιότητας και καλών τιμών»;
Η Ολιστική Εμπειρία (360° Touchpoints): Πώς μεταφράζεται αυτή η φιλοσοφία παντού—από τον φωτισμό του φυσικού χώρου και την υφή του έντυπου μενού, μέχρι τα πρώτα δύο δευτερόλεπτα ενός Reel στα Social Media;
Η αξία ενός brand δεν βρίσκεται αποθηκευμένη σε ένα αρχείο PDF με οδηγίες χρήσης χρωμάτων. Βρίσκεται στον τρόπο που νιώθει ο πελάτης κάθε φορά που έρχεται σε επαφή μαζί σου.
Αν σκέφτεσαι να κάνεις rebrand μόνο και μόνο επειδή «βαρέθηκες να βλέπεις το παλιό σου σήμα», κράτα τα χρήματά σου. Αν όμως είσαι έτοιμος να αλλάξεις τον τρόπο που η αγορά αντιλαμβάνεται την αξία σου, τότε ήρθε η ώρα να αφήσουμε τις κουρτίνες και να πιάσουμε τα θεμέλια.